Είστε εδώ

Αυτές τις μέρες η Ευρώπη ανασαίνει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η δε ευρωπαϊκή κοινή γνώμη περί άλλων τυρβάζει: Το δεύτερο κύμα του κορονοϊού, οι δημοτικές στη Γαλλία, οι προεδρικές στην Πολωνία, η προσέγγιση Μακρόν Πούτιν, όπως κι αυτή μεταξύ Μητσοτάκη Ερντογάν.

Ωστόσο η Ευρώπη κινείται στο ημίφως της διπλωματίας, προσπαθώντας να λειάνει μέχρι εξαλείψεως τις διαφορετικές προσεγγίσεις στο ζήτημα του Ταμείου Ανάκαμψης, που θα ξαναστήσει στα πόδια της την ευρωπαϊκή οικονομία μετά από την πρωτοφανή για την εποχή μας δοκιμασία του καθολικού lockdown που επέβαλε η πανδημία.

Η ανάγκη για συμφωνία των «27» επί των ρυθμίσεων που έχει προτείνει η Κομισιόν -καθώς είναι δύσκολο να γίνουν τροποποιήσεις που θα μπορούσαν να διαταράξουν τις λεπτές ισορροπίες πάνω στις οποίες δομήθηκε η πρόταση- δεν θα σώσει μόνο την ευρωπαϊκή οικονομία, με ό,τι αυτό σημαίνει για το επίπεδο και τον τρόπο ζωής των Ευρωπαίων. Παράλληλα θα δώσει κι ένα δυνατό χτύπημα στον λαϊκισμό, που μπορεί προσωρινά να υπέστειλε τα λάβαρά του, αλλά είναι εδώ, στην Ευρώπη, έτοιμος να ξανασαλπίσει έφοδο.

Ο Ορμπάν στην Ουγγαρία, ο Ντούντα με τον Κατσίνσκι στην Πολωνία, ο Σαλβίνι στην Ιταλία, ακόμα κι ο Ιγκλέσιας στην Ισπανία ή ο Μπαμπίς στην Τσεχία (η πορεία των συζητήσεων για τους όρους του Brexit με κάνει να σκέπτομαι σοβαρά τη συμπερίληψη του Μπόρις Τζόνσον σε αυτή την ομάδα) είναι προσωρινά σε υποχώρηση, αλλά δεν χρειάζονται πολλά -κι ούτε πρέπει να τα περιμένουμε για να πάρουμε τα μέτρα μας- για να επανακάμψουν.

Ο ευρωπαϊκός λαϊκισμός έχει ένα στρατηγικής φύσεως πλεονέκτημα: Δεν χρειάζεται απαραίτητα να έχει την πλειοψηφία στα θεσμικά όργανα ενός κράτους-μέλους της ΕΕ. Του αρκεί μια μικρή πολιτική ισχύς που θα του εξασφαλίσει συμμετοχή στο θεσμικό οικοδόμημα και τα Μέσα Ενημέρωσης. Το ζήσαμε στη χώρα μας με τη Χρυσή Αυγή, τους ΑΝΕΛ, τη Μέρα 25… 

Τώρα οι Ευρωπαίοι είναι μουδιασμένοι από την περιπέτεια του εγκλεισμού, τα προβλήματα που αυτός έχει επιφέρει στις οικονομίες της Ευρώπης, αλλά και την αγωνία για την επανεμφάνιση της πανδημίας. Η πρόταση της Επιτροπής αποτέλεσε ένα καλό εφαλτήριο για να κυριαρχήσει σε όλη την Ευρώπη η προσδοκία πως οι σημερινές πολιτικές δυνάμεις της ΕΕ μπορούν αποτελεσματικά να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Και, όπως λένε στο ποδόσφαιρο, «ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει».

Αν, όμως, δεν κερδίσει; Αν η συμφωνία δεν επιτευχθεί στη Σύνοδο Κορυφής του Ιουλίου, ή καθυστερήσει τόσο, ώστε τα προβλήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας γίνουν αξεπέραστα; Τότε θα δημιουργηθεί -πέραν της επιδείνωσης των δεικτών- και η αντίληψη στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη πως «οι τωρινοί δεν μπορούν» άρα θα αρχίσει νέα αναζήτηση στα θολά νερά του ευρωπαϊκού λαϊκισμού.

Συνεπώς υπάρχουν προφανείς και μη επιδεχόμενοι αναβολής λόγοι για την επίτευξη συμφωνίας γύρω από την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το Ταμείο Ανάκαμψης έως τη Σύνοδο Κορυφής του Ιουλίου τόσο για οικονομικούς, όσο και για πολιτικούς λόγους.-