Είστε εδώ

Κλείνουν 121 έτη ζωής οι Βρετανοί Εργατικοί

Ήταν 27 Φεβρουαρίου 1900, όταν ιδρύθηκε το Εργατικό Κόμμα, το κύριο κόμμα της κεντροαριστεράς στη Βρετανία. Έως σήμερα, έξι πρωθυπουργοί της χώρας ήταν Εργατικοί, μεταξύ αυτών και οι τέως πρωθυπουργοί, Χάρολντ Ουίλσον, Τόνι Μπλερ και Γκόρντον Μπράουν.

Το καταστατικό του, περιγράφει τη φυσιογνωμία του βρετανικού Εργατικού Κόμματος: «Το Εργατικό Κόμμα είναι ένα δημοκρατικό σοσιαλιστικό κόμμα. Πιστεύει ότι με την δύναμη του κοινού μας μόχθου πετυχαίνουμε περισσότερα από όσα πετυχαίνουμε μόνοι, ώστε να δημιουργήσουμε για τον καθένα μας τα μέσα για να συνειδητοποιήσουμε την αληθινή και δυνατή για όλους μας κοινότητα στην οποία η ισχύς, ο πλούτος και οι ευκαιρίες είναι στα χέρια των πολλών, όχι των λίγων. Όπου τα δικαιώματα που απολαμβάνουμε αντανακλούν τα καθήκοντα που αναλαμβάνουμε. Και όπου ζούμε μαζί, ελεύθερα, σ’ ένα πνεύμα αλληλεγγύης, ανεκτικότητας και σεβασμού...» 

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του

Το Εργατικό κόμμα αρχικά ονομαζόταν Συνέδριο εργατικής αντιπροσώπευσης. Στις εκλογές του 1900 εκλέχθηκαν δυο βουλευτές του, ο Κιρ Χάρντι (φωτογραφία) και ο Ρίτσαρντ Μπελ. To 1903, ο γραμματέας του συνεδρίου, Ράμσεϋ ΜακΝτόναλντ, συμφώνησε με το Φιλελεύθερο κόμμα ότι οι Εργατικοί θα τους υποστήριζαν με τον όρο πως οι φιλελεύθεροι δεν θα τοποθετούσουν υποψήφιους σε μερικούς εκλογικούς τομείς. Η συνεργασία αυτή ευνόησε το Εργατικό κόμμα, το οποίο διέθετε 29 βουλευτές το 1906, 40 μετά από τις εκλογές του Ιανουαρίου 1910 και 42 μετά από τις εκλογές του ίδιου χρόνου τον Δεκέμβριο.

Tα πρώτα χρόνια μετά τη δημιουργία του, το Εργατικό κόμμα, δεν απειλούσε τους Φιλελεύθερους που κυβερνούσαν με μεγάλη πλειοψηφία. Το 1916 όμως η κατάσταση άλλαξε. Οι Φιλελεύθεροι διασπάστηκαν και οι Εργατικοί έλαβαν μέρος στον συνασπισμό που κυβερνούσε στη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Το γεγονός αυτό, τους πρόσφερε την δυνατότητα να αποκτήσουν κυβερνητική πείρα και να αποδείξουν στο εκλογικό σώμα ότι δεν αποτελούσαν κόμμα αντιπολίτευσης. Τελικά ο νέος νόμος του 1918 έδωσε το δικαίωμα ψηφοφορίας σε ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, μεγάλο μέρος του οποίου ανήκαν στην εργατική τάξη και το Εργατικό κόμμα κατέλαβε στις εκλογές του 1918 57 έδρες, το 1922, 142 έδρες και τον επόμενο χρόνο 191.

Οι Εργατικοί στην κυβέρνηση

Σε διάστημα είκοσι τριών ετών, το Εργατικό κόμμα κατάφερε να οδηγηθεί από την αφάνεια στη διακυβέρνηση, ενώ παράλληλα, οι Φιλελεύθεροι πραγματοποίησαν αντίθετη πορεία. Ο Ράμσεϋ ΜακΝτόναλντ έγινε πρωθυπουργός όταν το Εργατικό κόμμα σχημάτισε κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 1924. Ωστόσο, ήταν κυβέρνηση μειοψηφίας και χρειάστηκε τη βοήθεια των Φιλελεύθερων. Είχε διάρκεια μόλις εννέα μηνών και κατέρρευσε μετά από αδικαιολόγητες φήμες ότι ο ΜακΝτόναλντ ήταν κομμουνιστής. Η δεύτερη κυβέρνηση που σχημάτισε ήταν επίσης μειοψηφίας. Το κόμμα κυβέρνησε από το 1929 μέχρι το 1931 αλλά με την απαιτούμενη υποστήριξη των Φιλελεύθερων δεν μπορούσε να θεσπίσει τις περισσότερο μεταρρυθμιστικές και σοσιαλιστικές προτάσεις του. Ο ΜακΝτόναλντ αποφάσισε να διαλύσει την κυβέρνηση του, τον Αύγουστο του 1931. Πίστευε ότι η χώρα χρειαζόταν μια εθνική κυβέρνηση με μέλη από όλα τα κύρια κόμματα ώστε να λυθούν τα οικονομικά προβλήματα.

Η απόφαση εξόργισε το κόμμα επειδή ο ΜακΝτόναλντ δεν ζήτησε την άδεια τους να διαλύσει την κυβέρνηση. Το κόμμα τον έδιωξε μαζί με εφτά άλλους βουλευτές και παράμεινε στη αντιπολίτευση μέχρι το 1945. Ο ΜακΝτόναλντ συνέχισε στην εθνική κυβέρνηση υπό Συντηρητικό πρωθυπουργό. Στις εκλογές του 1931 το Εργατικό κόμμα έλαβε μόνο 46 έδρες ενώ κέρδισαν 288 έδρες το 1929.

Ο Τζορτς Λάντσμπουρι έγινε ο ηγέτης μετά από την εκλογική αποτυχία και το 1935 το κόμμα άρχισε την αναγέννησή του με απόκτηση αρχικά 154 εδρών. Ο Κλέμεντ Άτλι έγινε ο ηγέτης του κόμματος και στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου ήταν ο αναπληρωτής πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου υπό τον Ουίνστον Τσόρτσιλ.

Μετά τον πόλεμο- Η περίοδος Άτλι

Το τέλος του πόλεμου έφερε και τις πρώτες εκλογές σε δέκα χρόνια. Οι εργατικοί είχαν στο επίκεντρο των διακηρύξεών τους ένα φιλόδοξο σχέδιο εθνικοποίησης. Επίσης επιθυμούσαν τη δημιουργία μιας εθνικής υπηρεσίας υγείας και ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Τελικά είχαν ως στόχο, την εξόντωση της ανεργίας. Η νίκη του Άτλι σε βάρος του παλαίμαχου ηγέτη των Συντηρητικών ήταν μεγάλη έκπληξη. Οι Εργατικοί απέκτησαν για πρώτη φορά πλειονοψηφία, με ποσοστό 49,7% και 393 έδρες. Η κυβέρνηση του Άτλι ήταν μια από τις πιο ριζοσπαστικές της Βρετανίας του εικοστού αιώνα. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες κατά την διάρκειας της μεταπολεμικής περιόδου, οι Εργατικοί εθνικοποίησαν τις υπηρεσίες του ηλεκτρισμού, του φωταερίου, του σιδήρου και του χάλυβα ενώ πραγματοποιήθηκε και εθνικοποίηση του σιδηροδρομικού συστήματος και της "Τράπεζας της Αγγλίας".

Στις εκλογές του 1950, το Εργατικό Κόμμα κέρδισε 315 βουλευτές με διαφορά 5 εδρών. Ο Άτλι προσπάθησε να αυξήσει τον αριθμό αυτό με εκλογές τον επόμενο χρόνο, αλλά το κόμμα έχασε και άρχισε μια πολύχρονη περίοδος στην αντιπολίτευση.

Στην αντιπολίτευση για δεκατρία χρόνια το εργατικό κόμμα προσπάθησε να ανακτήσει την υπόληψη του. Ο Άτλι παρέμεινε στη ηγεσία μέχρι το 1955 όταν έχασε τις εκλογές και αφυπηρέτησε. Ο Χίου Γκέιτσκελ έλαβε τη ηγεσία μέχρι τον θάνατο του το 1963. Υπήρχε μια συνεχιζόμενη μάχη στο κόμμα μεταξύ των μετριοπαθών βουλευτών και των ακροαριστερών. Η ίδρυση της "Εκστρατείας για τον Δημοκρατικό Σοσιαλισμό" προσπάθησε να προστατέψει τις κεντροαριστερές προτάσεις του Γκέιτσκελ. Όμως ο ίδιος αποξένωσε τους οπαδούς του με τη αντίσταση του κατά της ένταξης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι Συντηρητικοί είχαν παραμείνει δημοφιλείς για περισσότερο από δέκα χρόνια, ωστόσο μετά από διάφορα σκάνδαλα, όπως η "Υπόθεση του Προφούμο" είχε ανοίξει η πόρτα της κυβέρνησης για τους Εργατικούς. Ο νέος ηγέτης, Χάρολντ Ουίλσον έλαβε τη ηγεσία και στις εκλογές του 1964 το κόμμα κέρδισε, αν και με μια μικρή πλειοψηφία.

Από τον Ουίλσον στον Κάλαχαν

Οι Εργατικοί κέρδισαν τις εκλογές του 1964 με πλειοψηφία τεσσάρων εδρών. Μετά από δυο χρόνια και δείγμα αυξημένης υποστήριξης σε σφυγμομετρήσεις, ο Ουίλσον ανακοίνωσε ότι θα διαλύσει το κοινοβούλιο για νέες εκλογές. Το Εργατικό κόμμα προέβαλε κοινωνικές αλλαγές μέσω των πολιτικών του εξαγγελιών και το κόμμα κέρδισε με πλειονοψηφία ενενήντα έξι εδρών. Το αποτέλεσμα αυτό αποτέλεσε το κορύφωμα της πολιτικής σταδιοδρομίας του Ουίλσον. Στα επόμενα τέσσερα χρόνια η κυβέρνηση νομιμοποίησε την ομοφυλοφιλία και την άμβλωση ενώ απλοποίησε σημαντικά τη διαδικασία έκδοσης διαζυγίου.

Το 1970 έχασε τις εκλογές και το αποτέλεσμα ήταν σημαντικό πλήγμα. Μετά από τέσσερα χρόνια, οι εκλογές του 1974 δεν έδωσαν σε κανένα κόμμα την πλειοψηφία. Ο Χηθ, ο ηγέτης των Συντηρητικών, προσπάθησε να συνασπιστεί με τους Φιλελεύθερους αλλά οι συνομιλίες κατέληξαν σε αδιέξοδο με αποτέλεσμα την διενέργεια νέων εκλογών το φθινόπωρο του ιδίου χρόνου. Οι Εργατικοί επικράτησαν, αλλά το κόμμα είχε διαφορά μόλις τεσσάρων εδρών από το δεύτερο κόμμα. Η χώρα αποφάσισε οριστικά να παραμείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο δημοψήφισμα του 1976. Τον επόμενο χρόνο ο Ουίλσον αποσύρθηκε για λόγους υγείας. Ήταν στις πρώτες φάσεις της αρρώστιας Αλτσχάιμερ.

Ο Τζέιμς Κάλαχαν κέρδισε τις εκλογές για την ηγεσία του κόμματος και έγινε πρωθυπουργός. Η οικονομική κατάσταση χειροτέρεψε και μετά από συνεχιζόμενα προβλήματα με τα συνδικάτα οργανώθηκαν μαζικές απεργίες. Ο χειμώνας της δυσαρέσκειας, όπως ονομάστηκε η περίοδος αυτή, είχε τα αίτιά της στην απόφαση της κυβέρνησης να μην αυξήσει τους μισθούς των εργαζομένων του δημόσιου τομέα.

Οι εκλογές έγιναν μετά από μόνο μερικούς μήνες το 1979 και οι Συντηρητικοί εκμεταλλεύτηκαν την κρίση, χρησιμοποιώντας προεκλογικά το σύνθημα Labour doesn't work (λογοπαίνιο που μεταφράζεται ως Οι Εργατικοί δεν δουλεύουν και ως Οι Εργατικοί δεν είναι αποτελεσματικοί). Επιπλέον, ο περιορισμός των συνδικαλιστικών δυνάμεων ήταν στο κέντρο του Συντηρητικού μανιφέστου. Ο Κάλαχαν έχασε τελικά τις εκλογές και το Εργατικό κόμμα πέρασε στην αντιπολίτευση.