Είστε εδώ

Όταν άρχισε να λειτουργεί στο Λονδίνο ο παλαιότερος υπόγειος σιδηρόδρομος του κόσμου

Το Μετρό του Λονδίνου, γνωστό με την επωνυμία "London Underground" ή, σε συντομία, απλά ως "Underground" (Υπόγειος) ή και ως "the Tube" (ο Σωλήνας), είναι σιδηροδρομικό δίκτυο στην πρωτεύουσα του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο εξυπηρετεί το μεγαλύτερο τμήμα του Μείζονος Λονδίνου (Greater London) και τμήματα του Έσσεξ, του Μπακιγχαμσάιρ και του Χiρτφορντσάιρ. Το αρχικό τμήμα του μετρό είναι το παλαιότερο στην ιστορία των αστικών σιδηροδρόμων, καθώς άρχισε να λειτουργεί στις 10 Ιανουαρίου 1863. Υπήρξε, επίσης, το πρώτο ηλεκτροκίνητο μετρό παγκοσμίως, από το 1890.

Σήμερα το μετρό διαθέτει δίκτυο με συνολικό μήκος γραμμών 402 χλμ. (παρά την ονομασία του, μόνο το 45% από αυτά είναι υπόγειο) και 270 σταθμούς. Η μέση ταχύτητα των συρμών είναι 33 km/h και κάθε συρμός διανύει ετησίως 184.269 χλμ. Είναι το τέταρτο σε μέγεθος μετρό του κόσμου, πίσω από αυτά της Σεούλ, της Σανγκάης και του Πεκίνου, μεταφέροντας συνολικά 1,107 δισεκατ. επιβάτες ετησίως.

Πώς άλλαξε η ζωή της πόλης

Στις αρχές του 19ου αιώνα, το Λονδίνο άρχισε να αναπτύσσεται ταχύτατα, έχοντας περίπου ένα εκατομμύριο κατοίκους, τόσο από την έντονη εισροή μεταναστών όσο και από την αλματώδη ανάπτυξη του εμπορίου. Η απαίτηση για ένα εναλλακτικό σύστημα μεταφορών στο Λονδίνο είχε αρχίσει να προκύπτει ήδη από τη δεκαετία του 1830. Οι στενοί δρόμοι της πόλης εμφάνιζαν μεγάλο συνωστισμό και αναζητούνταν εναλλακτικές λύσεις. Οι σιδηρόδρομοι είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται, αλλά λόγω της βρετανικής νομοθεσίας οι γραμμές που συνέδεαν την πόλη με την υπόλοιπη Βρετανία σταματούσαν στα περίχωρα, καθώς απαγορευόταν να επεκταθούν ως το κέντρο του Λονδίνου. Έτσι οι ταξιδιώτες πρός/από την πρωτεύουσα προς τις άλλες βρετανικές πόλεις υφίσταντο σημαντική ταλαιπωρία στους πολύβοους δρόμους του Λονδίνου.

Όταν άρχισε να διανοίγεται η σημερινή Euston Road (τότε είχε ονομαστεί "New Road") κατά τη δεκαετία του 1830, υπήρξε η σκέψη να κατασκευαστεί ένας ημικαλυμμένος σιδηρόδρομος στο πλάι της. Ωστόσο τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Ο πρώτος που πρότεινε την κατασκευή υπογείου σιδηροδρόμου (που τον αποκάλεσε "trains in drains", δηλ. "τραίνα στους υπονόμους") ήταν ο Τσαρλς Πίρσον (Charles Pearson) το 1845. Ο σιδηρόδρομος τότε ήταν σχετικά νέα εφεύρεση αλλά ο Πίρσον επέμενε τόσο, ώστε να πείσει τη Βουλή των Κοινοτήτων να εγκρίνει ένα κονδύλι για την κατασκευή υπογείου σιδηροδρόμου, ο οποίος θα συνέδεε την Bishops Road στο Πάντιγκτον (Paddington) με το Φάρινγκτον (Farringdon). Η έγκριση δόθηκε το 1853. 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Θέλετε να τα ξέρετε όλα για την Ευρώπη; - Πατήστε ΕΔΩ για like στη σελίδα του EUROLETTER στο facebook

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Η κατασκευή κράτησε περίπου 10 χρόνια και χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος ανοικτού ορύγματος (cut and cover): Η εκσκαφή ξεκινούσε από την επιφάνεια, τοποθετούνταν οι ράγες, κατασκευάζονταν (με τούβλα) το περίβλημα της σήραγγας και το όρυγμα στη συνέχεια καλυπτόταν.

Το συνολικό μήκος της γραμμής ανερχόταν σε έξι χιλιόμετρα και, στις 10 Ιανουαρίου 1863, πραγματοποιήθηκε το πρώτο δρομολόγιο. Παρά το ότι η μεγάλη λονδρέζικη εφημερίδα The Times είχε χαρακτηρίσει το όλο εγχείρημα ως "προσβολή της κοινής λογικής" (an insult to common sense), την ημέρα εκείνη περίπου 50.000 υποψήφιοι επιβάτες κατέκλυζαν τα εκδοτήρια εισιτηρίων, θέλοντας "να ταξιδέψουν στο υπέδαφος του Λονδίνου".

Το πρώτο εξάμηνο της λειτουργίας του, το πρώτο αυτό ατμοκίνητο μετρό μετέφερε, κατά μέσον όρο, 26.000 επιβάτες την ημέρα. Ο βασικός λόγος χάραξης αυτής της διαδρομής ήταν να συνδέσει το πιο απομακρυσμένο από τα τερματικά σημεία των "κανονικών" σιδηροδρομικών γραμμών, δηλ. το Πάντινγκτον, όπου σταματούσε η γραμμή της σιδηροδρομικής εταιρείας "Great Western Railway (GWR)" με το κέντρο του Λονδίνου. Το εγχείρημα υποστήριξε, επίσης, και η σιδηροδρομική εταιρεία "The Great Northern Railway (GNR)", της οποίας το τερματικό σημείο ήταν στο King's Cross, απ' όπου θα διερχόταν το μετρό. Στις 7 Αυγούστου 1854 το εγχείρημα έλαβε το όνομα "Μητροπολιτικός Σιδηρόδρομος" (Metropolitan Railway, συντομογραφικά αναφερόμενο ως Met ή MetR).

Η GWR προσέφερε, υπό μορφή δανεισμού, τροχαίο υλικό στην Μet κατά τους πρώτους μήνες της λειτουργίας του νέου δικτύου. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ των δύο εταιρειών εμφάνιζαν συνεχείς τριβές και μετά από λίγους μήνες η GWR απέσυρε το τροχαίο υλικό της. Η Met τότε προσέφυγε στην GNR προκειμένου να διασφαλίσει τη συνέχεια της λειτουργίας της, μέχρι να παραλάβει το δικό της τροχαίο υλικό, κάτι που έγινε τον Ιούλιο του 1864 και η Met απέκτησε την αυτονομία της ως προς αυτό το αντικείμενο.

 

Η Met είχε αναθέσει την κατασκευή των ατμαμαξών της στην εταιρεία "Beyer Peacock" του Μάντσεστερ. Οι ατμάμαξες αυτές διέθεταν ένα ειδικό σύστημα, το οποίο συμπύκνωνε τον ατμό εξόδου, ώστε να μειώνεται ο καπνός που παραγόταν στις σήραγγες όταν ο συρμός εκινείτο. Οι ατμάμαξες αυτές ήταν τύπου 4-4-0 και αποτέλεσαν το στάνταρ της Met. Συνολικά η εταιρεία προμηθεύτηκε 63 τέτοιες ατμάμαξες ως το 1886. Μία από αυτές έχει διασωθεί και εκτίθεται σήμερα στο Μουσείο Μεταφορών του Λονδίνου (London Transport Museum) στο Κόβεντ Γκάρντεν. 

Τα βαγόνια, ωστόσο, ήταν πολύ καλά εξοπλισμένα, τόσο για την άνεση των επιβατών όσο και για την αποφυγή της αρχικής κλειστοφοβίας, καθώς διέθεταν ισχυρό φωτισμό στο εσωτερικό τους με λαμπτήρες αερίου.

Η Met άρχισε να επεκτείνει το δίκτυό της. Η προέκταση του δικτύου προς τα ανατολικά έφθασε στο Aldgate το 1876, με νέα επέκταση προς την ίδια κατεύθυνση να φθάνει στον Πύργο του Λονδίνου το 1882. Η προέκταση προς τα δυτικά ξεκίνησε από τη διασταύρωση στην Praed Street μεταξύ των σταθμών του Πάντινγκτον και της Edgware Road, γραμμή που διερχόταν από καινούργιο σταθμό στο Πάντιγκτον προοριζόμενο αποκλειστικά για χρήση των συρμών της Met. Ο σταθμός αυτός είναι ο σημερινός των γραμμών "Circle/District Line". Η γραμμή συνέχιζε προς την High Street του Κένσινγκτον, έστριβε ανατολικά και έφθασε ως το Νότιο Κένσινγκτον (South Kensington) το 1868.

Νέα σημαντική επέκταση του δικτύου γίνεται το 1869: Η περίφημη, για την εποχή της, σήραγγα του Τάμεση (Thames Tunnel), η οποία είχε διανοιχθεί από τον Μαρκ Μπρουνέλ το 1843 ως σήραγγα για χρήση πεζών και συνέδεε υπόγεια το Ρόδερχαϊθ (Rotherhithe) και το Ουάπινγκ (Wapping) χρησιμοποιείται από την Met για την επέκταση των γραμμών της. Η μέθοδος "cut and cover" για την κατασκευή των σηράγγων χρησιμοποιήθηκε μέχρι το 1870.

Όπως αποδείχτηκε, αυτοί που ωφελήθηκαν περισσότερο από την κατασκευή του έργου ήταν οι απλοί χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι, οι οποίοι έπρεπε να διανύουν πεζή μεγάλες αποστάσεις προς/από την εργασία τους στο κέντρο της πόλης. Αυτό συνέβαλε σημαντικά στην αποκέντρωση της πόλης, γιατί οι εργαζόμενοι μπορούσαν πλέον να διαμένουν μακριά από το κέντρο, ενώ η εργασία τους βρισκόταν σε αυτό. Η επίδραση του υπογείου στην αποκέντρωση υπήρξε εμφανής: Όταν ο υπόγειος έφθασε στο Μόρντεν (Morden), τότε χωριό, σήμερα στην περιοχή του Μείζονος Λονδίνου, οι κάτοικοί του ήταν περίπου 1.000. Ύστερα από μια πενταετία, ο πληθυσμός του έφθασε τις 12.000 κατοίκους.