Είστε εδώ

28 Ιουνίου 1919: Με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών κλείνει η πληγή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών (28 Ιουνίου 1919) είναι η συνθήκη ειρήνης που τερμάτισε επίσημα τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στην Αντάντ και την Γερμανική Αυτοκρατορία.

Μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων, που έλαβαν χώρα στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, η συνθήκη υπεγράφη ως συνέχεια της ανακωχής της 11ης Νοεμβρίου 1918 του δάσους της Κομπιένης. Παρότι υπήρχαν πολλές διατάξεις στη Συνθήκη, μία από τις πιο σημαντικές όριζε ότι η Γερμανία αποδεχόταν την πλήρη ευθύνη για την έναρξη του πολέμου και, σύμφωνα με τα άρθρα 231-248, αποδεχόταν να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις σε διάφορες χώρες. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους συμμάχους άρχισαν στις 18 Ιανουαρίου στην Αίθουσα των Κατόπτρων του Ανακτόρου των Βερσαλλιών. Εβδομήντα αντιπρόσωποι από είκοσι έξι έθνη διαπραγματεύθηκαν τους όρους της Συνθήκης. Η Γερμανία, η Αυστρία, και η Ουγγαρία αποκλείστηκαν από τις διαπραγματεύσεις ως η ηττημένη πλευρά, ενώ η Ρωσία αποκλείστηκε από τις διαπραγματεύσεις λόγω της υπογραφής μιας ξεχωριστής συνθήκης Ειρήνης με την Γερμανία και της πρώιμης αποχώρησής της από τον πόλεμο. Αλλά τον πιο σημαντικό ρόλο για τη συγγραφή των όρων της συνθήκης είχαν οι τακτικές διαβουλεύσεις του "Συμβουλίου των Δέκα" (δύο αντιπρόσωποι από: Βρετανία, Γαλλία, ΗΠΑ, Ιταλία και Ιαπωνία), το οποίο αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από το "Συμβούλιο των Πέντε" (υπουργοί Εξωτερικών των παραπάνω χωρών), για να καταλήξει στους "Τέσσερις Μεγάλους" (ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ιταλία). Αφού αποχώρησε και η Ιταλία, οι τελικοί όροι καθορίστηκαν από τους "Τρεις Μεγάλους": ΗΠΑ, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία, ενώ οι μικρότερες δυνάμεις από την πλευρά των νικητών έκαναν δια των αντιπροσώπων τους διάφορες συστάσεις, πολλές από τις οποίες ενσωματώθηκαν στο τελικό κείμενο της συνθήκης προτού αυτό επικυρωθεί από τη γενική συνέλευση των συμμάχων. 

45486317_303.jpg

Στις 29 Απριλίου η Γερμανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία του Υπουργού Εξωτερικών Κόμητος Ούλριχ φον Μπρόκντορφ-Ράντσαου (Ulrich Graf von Brockdorff-Rantzau) έμαθε, επιτέλους, τους όρους της ειρήνης. Αυτοί περιελάμβαναν την απώλεια εδαφών, την απώλεια όλων των αποικιών και τον περιορισμό των στρατιωτικών δυνάμεων της Γερμανίας. Καθώς δεν επιτρεπόταν στη γερμανική αντιπροσωπεία να λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις, η Γερμανική κυβέρνηση δημοσίευσε έγγραφη διαμαρτυρία για τους, κατά τη γνώμη της, άδικους όρους, και σύντομα αποχώρησε από τις διεργασίες του συνεδρίου. Στις 20 Ιουνίου, δημιουργήθηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Καγκελάριο Γκούσταφ Μπάουερ, αφού παραιτήθηκε ο Φίλιπ Σάιντεμαν. Η Γερμανία τελικά συμφώνησε με τους όρους με 237 ψήφους υπέρ και 138 κατά στις 23 Ιουνίου.

versalies.jpg

Στις 28 Ιουνίου 1919 ο Χέρμαν Μύλλερ, ο νέος Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών, και ο Υπουργός Μεταφορών, Γιοχάνες Μπελλ (Johannes Bell) συμφώνησαν να υπογράψουν τη Συνθήκη, που επικυρώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών στις 10 Ιανουαρίου 1920. Στη Γερμανία η Συνθήκη προκάλεσε σοκ και αισθήματα ταπείνωσης, γιατί πολλοί Γερμανοί θεωρούσαν άδικο να επωμιστεί μόνον η Γερμανία και οι σύμμαχοί της την ευθύνη για την έναρξη του πολέμου. Οι «Τρεις Μεγάλοι» που διαπραγματεύθηκαν τη συνθήκη ήταν ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ, ο Γάλλος Πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσώ και ο Aμερικανός Πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον. Ο Ιταλός Πρωθυπουργός Βιτόριο Ορλάντο διαδραμάτισε δευτερεύοντα ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Η Γερμανία, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν συμμετείχε καθόλου σε αυτές. Στις Βερσαλλίες ήταν δύσκολο να αποφασιστεί μία κοινή θέση, γιατί οι επιδιώξεις των διαφόρων χωρών συγκρούονταν μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένας «δυσχερής συμβιβασμός».