Είστε εδώ

Τραμπ ή Μπάιντεν; Ποιος κόβει το νήμα - Τι συμφέρει Ευρώπη και Ελλάδα

Γράφει η ΤζαΚ

Δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανοί προσέρχονται σήμερα στις κάλπες για να επιλέξουν ανάμεσα στον Ρεπουμπλικανό Ντόναλντ Τραμπ και τον Δημοκρατικό αντίπαλό του Τζο Μπάιντεν σε μια εκλογική διαδικασία που χαρακτηρίζεται από την πόλωση.

Φαβορί στις δημοσκοπήσεις εδώ και μήνες, ο 77χρονος Τζο Μπάιντεν, ο πρώην αντιπρόεδρος του Μπαράκ Ομπάμα, ελπίζει εντέλει να καταφέρει να πάρει τα κλειδιά του Λευκού Οίκου σ' αυτή την τρίτη προσπάθειά του.

Στην άλλη πλευρά, προικισμένος με μια αδιαμφισβήτητη ενέργεια όταν απευθύνεται από το βήμα, ο 74χρονος Ρεπουμπλικανός απερχόμενος πρόεδρος Τραμπ, που διεξήγε μια απίστευτα επιθετική προεκλογική εκστρατεία, δηλώνει ότι θα κάνει ξανά την έκπληξη, όπως το 2016.

"Αύριο θα γράψουμε ξανά ιστορία", δήλωσε ο Τραμπ στην τελευταία προεκλογική του συγκέντρωση στο Γκραντ Ράπιντς, στο Μίσιγκαν, αναφερόμενος σε μια επερχόμενη "υπέροχη νίκη" στις εκλογές αυτές.

"Αισθάνομαι ότι βαίνουμε προς μια μεγάλη νίκη", είχε δηλώσει μερικές ώρες νωρίτερα ο Τζο Μπάιντεν από το Πίτσμπουργκ, την πόλη από την οποία είχε επίσης ξεκινήσει την προεκλογική του εκστρατεία πριν από 18 μήνες.

Στην φετινή προεκλογική εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ κυριάρχησε η πανδημία της COVID-19, η οποία έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 230.000 ανθρώπους στη χώρα και η οποία επιδεινώθηκε περαιτέρω τις τελευταίες μέρες.

"Όχι ακόμα τέσσερα χρόνια!"

"Δεν θα υποστηρίξω άλλα τέσσερα χρόνια με τον Τραμπ", δήλωσε η Τζέιν Πέρι, μια 65χρονη υποστηρίκτρια του Μπάιντεν στο Πίτσμπουργκ, όπου ο πρώην αντιπρόεδρος του Ομπάμα μετείχε χθες, Δευτέρα, το βράδυ σε συνάντηση που έγινε παρουσία της Λαίδης Γκάγκα.

Αντιθέτως η 42χρονη Λάρα Σμιτ δήλωσε ότι ελπίζει σε ένα "τσουνάμι" υπέρ του απερχόμενου προέδρου, τον οποίο άκουσε να μιλά με πολύ θέρμη στο Σκράντον. "Όμως αν οι επιστολικές ψήφοι προκαλέσουν νοθεία, θα πέσω στα γόνατα για να προσευχηθώ", σημείωσε, εκφράζοντας ανησυχία.

Την ώρα που κάποιες πόλεις προετοιμάζονται για ενδεχόμενα βίαια έκτροπα, οι ΗΠΑ δίδουν στον κόσμο την εικόνα μιας χώρας χωρισμένης σε δύο στρατόπεδα, τα οποία δεν μιλούν πια μεταξύ τους.

Για μήνες ο Ντόναλντ Τραμπ επισείει το φάσμα μιας "ριζοσπαστικής αριστεράς" έτοιμης να μεταμορφώσει την πρώτη παγκόσμια δύναμη σε μια "Βενεζουέλα σε μεγάλη κλίμακα".

Την ίδια ώρα οι Δημοκρατικοί, ο Τζο Μπάιντεν έχοντας στο πλευρό του τον πρώην πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, πολλαπλασίαζαν από την πλευρά τους τις προειδοποιήσεις τους για τις ενδεχομένως καταστροφικές συνέπειες που θα έχει για τους δημοκρατικούς θεσμούς των ΗΠΑ μια δεύτερη θητεία Τραμπ.

Έναρξη της εκλογικής διαδικασίας

Σχεδόν 100 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν ήδη ψηφίσει στην πρώιμη διαδικασία, είτε δια ζώσης είτε μέσω ταχυδρομείου, για να αποφύγουν τον συνωστισμό στα εκλογικά τμήματα εν μέσω της πανδημίας του νέου κορονοϊού. Εδώ και εβδομάδες, ο Τραμπ επικρίνει την επιλογή της επιστολικής ψήφου, ισχυριζόμενος, χωρίς να το τεκμηριώνει, ότι μπορεί να οδηγήσει σε εκλογική νοθεία.

Οι πέντε ψηφοφόροι του Ντίξβιλ Νοτς, που είναι ένα χωριουδάκι 12 κατοίκων στις βορειοανατολικές ΗΠΑ, έδωσαν σήμερα συμβολικά το εναρκτήριο λάκτισμα των αμερικανικών εκλογών, ακριβώς μετά τα μεσάνυχτα, ψηφίζοντας ομόφωνα τον Δημοκρατικό υποψήφιο Τζο Μπάιντεν.

Το χωριό αυτό που βρίσκεται χαμένο μέσα στα δάση του Νιου Χάμσαϊρ, κοντά στην μεθόριο με τον Καναδά, τηρεί την παράδοση αυτή από το 1960, η οποία του έχει χαρίσει και τον τίτλο του "Πρώτου στο Έθνος", δηλαδή του πρώτου μέρους στις ΗΠΑ που ψηφίζει στις εκλογές.

Με εξαίρεση και το διπλανό του χωριό Μίλσφιλντ, το οποίο ψήφιζε επίσης κατά τη διάρκεια της νύχτας, τα περισσότερα εκλογικά τμήματα στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ θα ανοίξουν στις 06:00 τοπική ώρα (13:00 ώρα Ελλάδος) ή στις 07:00 τοπική ώρα (14:00 ώρα Ελλάδος) σήμερα.

Δύο διαμετρικά αντίθετοι υποψήφιοι

Στις εκλογές αυτές υπάρχει από τη μια πλευρά ένας δισεκατομμυριούχος της Νέας Υόρκης, μεγιστάνας των ακινήτων, που πέρασε από την τηλεοπτική πραγματικότητα προτού εισβάλει στην πολιτική με ένα λαϊκιστικό μήνυμα, το "Πρώτα η Αμερική", και που συνεχίζει να αυτοπροβάλλεται ως το "αουτσάιντερ" παρά τα τέσσερα χρόνια που έμεινε στον Λευκό Οίκο.

Από την άλλη υπάρχει ένας παλαίμαχος της πολιτικής που προέρχεται από τη μεσαία τάξη, έχει στο ιστορικό του 36 χρόνια ως γερουσιαστής και στη συνέχεια 8 ως αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και υπόσχεται να επουλώσει τα τραύματα ενός πληγωμένου έθνους, κερδίζοντας "τη μάχη για την ψυχή του έθνους".

Έπειτα από δύο αποτυχημένες προσπάθειες το 1988 και το 2008, ο Τζο Μπάιντεν, καθαρό προϊόν της μετριοπαθούς πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος, επιβλήθηκε στις προκριματικές που έγιναν στο κόμμα του με ένα απλό μήνυμα: να νικήσει τον Ντόναλντ Τραμπ, "τον χειρότερο πρόεδρο" στην πρόσφατη ιστορία των ΗΠΑ.

Σιγά σιγά μετέτρεψε επίσης τις σημερινές εκλογές σε ένα δημοψήφισμα για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος την πανδημία του νέου κορονοϊού.

Αυτόν, από την πλευρά του, δεν έπαψε να τον προλαμβάνει η υγειονομική αυτή κρίση, την οποία προσπαθούσε συνέχεια να υποβαθμίσει, έως ότου προσβλήθηκε και ο ίδιος από τον νέο κορονοϊό και νοσηλεύτηκε στις αρχές του Οκτωβρίου. "Θεραπεύτηκα" και "απέκτησα ανοσία", δηλώνει έκτοτε, ξαναρχίζοντας την προεκλογική του εκστρατεία με αδιαμφισβήτητη ενέργεια και καλώντας τους Αμερικανούς να μην επιτρέψουν στην COVID-19 να "κυριαρχήσει" στις ζωές τους.

Πολύ αυξημένη συμμετοχή

Η συμμετοχή στις σημερινές εκλογές στις ΗΠΑ προαναγγέλλεται αυξημένη σε ιστορικά επίπεδα, καθώς περισσότεροι από 97 εκατομμύρια ψηφοφόροι έχουν ήδη ψηφίσει εκ των προτέρων --δια ζώσης ή δι' αλληλογραφίας--, ήτοι ποσοστό μεγαλύτερο από το 70% του συνολικού αριθμού των ψηφοφόρων που ψήφισαν στις εκλογές του 2016.

Οι Δημοκρατικοί είχαν καλέσει τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν φέτος εκ των προτέρων εξαιτίας της πανδημίας του νέου κορονοϊού και τώρα μένει να διαπιστωθεί αν οι Ρεπουμπλικανοί, οι οποίοι παρουσιάζουν σε μεγαλύτερο βαθμό την τάση να επισκεφθούν την επίσημη ημέρα των εκλογών τα εκλογικά τμήματα για να ψηφίσουν, θα τηρήσουν πιστά το ραντεβού τους.

Η συγκέντρωση ενός αριθμού ρεκόρ επιστολικών ψήφων, οι οποίες σε ορισμένες πολιτείες θα μπoρούσαν να συρρέουν ως και μέρες μετά τη σημερινή, εγκυμονεί τον κίνδυνο να περιπλακεί η καταμέτρηση ή ακόμη να καθυστερήσει η ανακοίνωση του νικητή, αν το αποτέλεσμα είναι αμφίρροπο.

"Όταν ολοκληρωθεί η εκλογική διαδικασία, οι δικηγόροι μας θα είναι έτοιμοι", προειδοποίησε ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αρνείται πεισματικά να δεσμευτεί ότι θα αποδεχθεί το αποτέλεσμα των εκλογών σε περίπτωση ήττας του, κάτι που δεν έχει ξανακάνει κανένας απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ.

Για να κερδίσει τις εκλογές, ένας υποψήφιος δεν χρειάζεται την πλειοψηφία των ψήφων σε εθνικό επίπεδο: Θα πρέπει να κερδίσει τουλάχιστον 270 από τους 538 μεγάλους εκλέκτορες που εξασφαλίζει σε επίπεδο πολιτειών.

Σήμερα το βράδυ, αρχικά τα βλέμματα όλα θα είναι στραμμένα στην Φλόριντα, μια από τις πιο διάσημες πολιτείες-κλειδί για το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών, η οποία έχει μάλιστα υποσχεθεί να δείξει το χρώμα που κερδίζει ήδη από την νύχτα των εκλογών. Χωρίς αυτήν την πολιτεία, στην οποία είχε κερδίσει το 2016, η νίκη είναι σχεδόν αδύνατη για τον Ντόναλντ Τραμπ.

Αντιθέτως, αν καταφέρει να διατηρήσει την Φλόριντα, όπου σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις παλεύει στήθος με στήθος με τον Τζο Μπάιντεν, η προσοχή θα στραφεί στην Πενσιλβάνια, τη γενέτειρα του Δημοκρατικού υποψηφίου. Εκεί, η πρόθεση ψήφου εμφανίζεται λίγο πιο θετική απέναντι στον πρώην αντιπρόεδρο, αλλά και εκεί η μεταξύ τους διαφορά εμπίπτει στο περιθώριο σφάλματος.

Οι θέσεις των δυο μονομάχων

Οι θέσεις των υποψηφίων στις επικείμενες αμερικανικές εκλογές για ζητήματα – κλειδιά στις σχέσεις ΗΠΑ – Ευρωπαϊκής Ένωσης (που επηρεάζουν και την Ελλάδα) έχουν το δικό τους ειδικό βάρος, σε μια κρίσιμη από πολλές πλευρές συγκυρία. Παράλληλα,  σε κάποια θέματα που δεν είναι μεν αυστηρά διμερή αλλά για την Ευρώπη κρίνονται σημαντικά μπορούμε να σκεφτούμε πώς μέσα από δηλώσεις και επίσημες τοποθετήσεις προκύπτει η θέση των δύο υποψηφίων στις αμερικανικές εκλογές.

1- Ανατολική Μεσόγειος- Ελληνοτουρκικά

Είναι γνωστή η στενή προσωπική σχέση Τραμπ- Ερντογάν. Ο Αμερικανός πρόεδρος δηλώνει "θαυμαστής" του ανθρώπου που υπονομεύει την ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά -τελικά- και τις προοπτικές του ιδίου του τουρκικού λαού. Και δηλώνει θαυμαστής του ο Τραμπ, ακόμα και τότε που ο Ερντογάν άφηνε να διαρρεύσει στο διεθνή Τύπο ότι "έσκισε χωρίς να ανοίξει" την επιστολή Τραμπ προς αυτόν, "και την πέταξε στα σκουπίδια".

Πέραν αυτών των ενδεικτικών προσωπικών σχέσεων, η εξωτερική πολιτική Τραμπ ουσιαστικά απέσυρε τις ΗΠΑ από τις "δύσκολες" περιοχές του κόσμου, όπως είναι η ανατολική Μεσόγειος, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο σε αναθεωρητικές πολιτικές τύπου Ερντογάν.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Θέλετε να τα ξέρετε όλα για την Ευρώπη; - Πατήστε ΕΔΩ για like στη σελίδα του EUROLETTER στο facebook

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αντίθετα ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Τζο Μπάιντεν έχει διαμηνύσει ότι υπό την δική του προεδρία οι ΗΠΑ θα παρεμβαίνουν σε όποιο σημείο του πλανήτη απειλείται η ειρήνη και η σταθερότητα, συνεπώς εύλογα κάποιοι υποθέτουν ότι οι ΗΠΑ επί Μπάιντεν δεν θα εξυπηρετούν μέσω των επιλογών της εξωτερικής τους πολιτικής τα σχέδια της Άγκυρας, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που το κάνει η προεδρία Τραμπ.

2- Εμπορική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ

Το διεθνές εμπόριο δεν είναι μικρό θέμα στην προεδρική περίοδο. Το 2019, μέλη της ΕΕ εξήγαγαν αγαθά αξίας 384 δισεκατομμύρια ευρώ στις ΗΠΑ και εισήγαγαν αγαθά 232 δισεκατομμυρίων ευρώ - που ισοδυναμεί με 152 δισεκατομμύρια ευρώ σε εμπορικό πλεόνασμα για την ΕΕ.

Διεθνείς αναλυτές βλέπουν πιο θετικά την εκλογή Μπάιντεν θεωρώντας πως οι θέσεις του είναι λιγότερο σωβινιστικές και άρα πιο ευνοϊκές για την ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων με το εξωτερικό. Οι ίδιοι επισημαίνουν πως όχι τυχαία την τελευταία τετραετία διπλωμάτες της ΕΕ έχουν βρεθεί σε δύσκολες διαπραγματεύσεις προς αντιμετώπιση του εμπορικού ελλείμματος και των γεωπολιτικών διαφωνιών όσον αφορά τους δασμούς και την τιμολόγηση.

Εξάλλου, ενώ ο Μπάιντεν επαινεί την πολυμέρεια, ο Τραμπ δε χάνει ευκαιρία να κατηγορήσει την Κίνα, μεταξύ άλλων, με κραυγές υπέρ της πολιτικής «πρώτα η Αμερική» που βεβαίως έχει τους φανατικούς οπαδούς της.

Εκτιμάται λοιπόν πως ο Μπάιντεν θα μπορούσε να φέρει κάποια ανακούφιση στους Ευρωπαίους εταίρους των ΗΠΑ αλλά και να αναδιαμορφώσει τις οικονομικές σχέσεις μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, κάτι που δεν είχε καμία τύχη επί διακυβέρνησης Τραμπ.

Όσον αφορά την… αγέννητη διατλαντική εμπορική συμμαχία μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ, η οποία, από την πρώτη στιγμή της εκλογής Τραμπ, δέχεται αυξανόμενες πιέσεις, κανείς δεν διακινδυνεύει μια ασφαλή εκτίμηση για τη στάση του νέου προέδρου, όποιος κι αν είναι αυτός.

3- Διεθνείς οργανισμοί

Στο ιδιαίτερο σκηνικό που έχει διαμορφωθεί μετά από τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης Τραμπ, ελπίδες εναποτίθενται στον διεθνισμό του Τζο Μπάιντεν για αλλαγή σελίδας στις σχέσεις των ΗΠΑ με πολλούς συμμάχους τους συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ως  γνωστόν, ο Ντόναλντ Τραμπ επικρίνει συχνά τους Ευρωπαίους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ, απειλώντας να μειώσει τις εισφορές των ΗΠΑ εάν κι εκείνοι δεν αυξήσουν τις δαπάνες τους. Τον Ιούλιο ανακοίνωσε ότι δύναμη 12.000 Αμερικανών στρατιωτών θα μετακινηθεί από τη Γερμανία και θα αναπτυχθεί εκ νέου σε άλλες χώρες της ΕΕ.

Η πλευρά Μπάιντεν προαναγγέλλει επανεξέταση των αποφάσεων Τραμπ σε πολλές περιπτώσεις μεταξύ των οποίων με το βλέμμα σε μια πιθανή εκ νέου συνεργασία με την Unesco αλλά και με την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών. Η ηγεσία Τραμπ είχε αποχωρήσει και από τις δύο υπηρεσίες «λόγω των αντι-ισραηλινών τους προκαταλήψεων» όπως επικαλείτο. Επίσης ο Μπάιντεν έχει υποσχεθεί την επιστροφή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας αφότου ο πρόεδρος Τραμπ κοινοποίησε επισήμως την πρόθεσή του να αποσυρθεί στις 7 Ιουλίου 2020, επιρρίπτοντας στον Οργανισμό ευθύνες για κακοδιαχείριση και κακή ανταπόκριση στην κρίση COVID-19.

Μεγάλο ατού για τη βελτίωση των διεθνών σχέσεων θεωρείται και η προηγούμενη εμπειρία του Τζο Μπάιντεν στην αντιπροεδρία, καθώς «γνωρίζει τους πάντες προσωπικά», όπως επισημαίνουν αναλυτές.

4- Κλιματική αλλαγή

Ο Τραμπ δεν κρύβει τον σκεπτικισμό του για την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Παρόλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό τον Μπαράκ Ομπάμα, υπέγραψαν αρχικά τη Συμφωνία του Παρισιού - η οποία στοχεύει στη διατήρηση της αύξησης των παγκόσμιων μέσων θερμοκρασιών κάτω από τους 2 ° C πάνω από τα προ-βιομηχανικά επίπεδα - τον Απρίλιο του 2016, η διοίκηση του Τραμπ προειδοποίησε επισήμως στις 4 Νοεμβρίου 2019 κάνοντας σαφή την πρόθεσή της να αποσυρθεί από τις δεσμεύσεις της συμφωνίας του Παρισιού.

Η συμφωνία, ωστόσο, προέβλεπε περίοδο ενός έτους μέχρι να πραγματοποιηθεί η οριστική απόσυρση - αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θα φύγουν στις 4 Νοεμβρίου 2020, μία ημέρα μετά τις εκλογές.

Από την άλλη πλευρά ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Τζο Μπάιντεν έχει υποσχεθεί να επιστρέψει στη Συμφωνία του Παρισιού ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζει «μια οικονομία 100% καθαρής ενέργειας και καθαρές μηδενικές εκπομπές το αργότερο το 2050».

5- Η συμφωνία  για τα πυρηνικά του Ιράν

Τον Ιούνιο του 2015, επιτεύχθηκε συμφωνία για τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν μεταξύ της Τεχεράνης, της Κίνας, της Ρωσίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Γαλλίας και της Γερμανίας, μαζί και με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η συμφωνία προέβλεπε ότι, σε αντάλλαγμα για την εξάλειψη ή μείωση από την πλευρά του Ιράν των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει, θα απολάμβανε τη χαλάρωση των διεθνών κυρώσεων.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο, ανακοίνωσε τον Μάιο του 2018 ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποσυρθούν από τη «φρικτή» συμφωνία και θα επαναφέρουν τις κυρώσεις. Συγκεκριμένα δήλωσε πως οι ΗΠΑ «θα συνεργαστούν με τους συμμάχους τους προς εξεύρεση μια πραγματικής, περιεκτικής και διαρκούς λύσης» προκειμένου να αποτρέψουν το Ιράν από την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων - αν και δεν υπήρχαν «αξιόπιστες ενδείξεις για δραστηριότητες στο Ιράν που σχετίζονται με την ανάπτυξη πυρηνικού όπλου μετά το 2009» σύμφωνα με τις αναφορές της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας. Η αμφιλεγόμενη απόφαση οδήγησε σε νέα έξαρση τις σχέσεις των δύο χωρών.

Από την πλευρά του ο Τζο Μπάιντεν έχει δείξει κάποια προθυμία να αναζωογονήσει τον διάλογο με τις ιρανικές αρχές, ισχυριζόμενος ότι η συμφωνία «λειτουργούσε». Ωστόσο αναλυτές εκτιμούν ότι δεν θα μπορούσαν να είναι βέβαιοι πως οι Δημοκρατικοί θα συναινέσουν με το Ιράν στο πλαίσιο μιας νέας συμφωνίας και στην εφαρμογή της.

Τα «στρατόπεδα» των δύο υποψηφίων, Ντόναλντ Τραμπ και Τζο Μπάιντεν, έχουν πάρει θέση μάχης και προσπαθούν να πείσουν τους αναποφάσιστους. Στο εσωτερικό μέτωπο, ο Τζο Μπάιντεν εμφανίζεται ως υπέρμαχος της εθνικής ενότητας και στέλνει μηνύματα κατά του ρατσισμού, ενώ ο νυν πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται ως προασπιστής της εθνικής τάξης και ασφάλειας. Η μάχη στο μέτωπο του κορονοϊού ανοίγει επίσης χάσμα μεταξύ των δύο διεκδικητών της αμερικανικής προεδρίας και ο χρόνος μετρά ήδη αντίστροφα.