Είστε εδώ

Μήπως τώρα είναι η ώρα για τον «ελληνογερμανικό» άξονα;

Η στροφή της Άγκελα Μέρκελ και η εκ μέρους της αποδοχή της αμοιβαιοποίησης του χρέους και της νέας ροής κονδυλίων προς τον ευρωπαϊκό νότο κυρίως με τη μορφή επιχορηγήσεων και λιγότερο με αυτή των δανείων, ανοίγει εκ των πραγμάτων ένα νέο κεφάλαιο στην κοινή ευρωπαϊκή προσπάθεια.

Τώρα, εισερχόμαστε σε μια νέα, εξίσου κρίσιμη περίοδο, κατά την οποία οι προτάσεις της Κομισιόν θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές από όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, κι εκεί οι διαπραγματεύσεις θα είναι πολυεπίπεδες και χωρίς τα γνωστά «μπλοκ» του Βορρά και του Νότου, της Ανατολής και της Δύσης στην Ευρώπη.

Η Ελλάδα εκεί προσέρχεται όπως όλα τα άλλα κράτη – μέλη: Με γνώση ότι πηγαίνουμε σε αχαρτογράφητα ύδατα. Έχει, ασφαλώς, αναπτύξει τις ενδοευρωπαϊκές της συμμαχίες: Η στενή συνεργασία με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν κατά την κρίσιμη περίοδο που εξελισσόταν το «μπράντεφερ» Ελλάδος Τουρκίας στον Έβρο, αποδείχθηκε πολύτιμη. Ομοίως και οι καλές σχέσεις Μητσοτάκη – Μέρκελ.

Ωστόσο τώρα, οι καλές σχέσεις ίσως δεν είναι αρκετές: Η Ιταλία αναμφίβολα προβάλλει ως η μεγαλύτερη απειλή για τη συνοχή της Ευρώπης, εάν δεν ανατάξει με πακτωλό κονδυλίων την οικονομία της, ενώ και η Ισπανία ως μέγεθος διεκδικεί τα δικά της «θέλω». Από την άλλη, υπάρχει η Ουγγαρία και η Πολωνία, που έχουν δώσει δείγματα -ας το πούμε έτσι- «παράκαμψης» του ευρωπαϊκού κεκτημένου, και τώρα έχουν ισχυρά επιχειρήματα για να αλλάξουν την προσεκτικά δομημένη πρόταση της Κομισιόν.

Η Ελλάδα, συνεπώς, εκτός από τις παραδοσιακές της συμμαχίες στο εσωτερικό της Ένωσης, χρειάζεται και νέα στηρίγματα. Ο «ελληνογαλλικός» άξονας έχει στηριχθεί και αποδίδει. Τώρα, ίσως είναι η ώρα να κτίσουμε με προσοχή τον «ελληνογερμανικό» άξονα.

Μητσοτάκης και Μέρκελ έχουν σφυρηλατήσει μια καλή διαπροσωπική σχέση, που την έχουν εμπλουτίσει με αρκετές συναντήσεις κλιμακίων των δυο χωρών. Λίγο πριν τον εγκλεισμό λόγω πανδημίας, στις 9 Μαρτίου, μια σειρά σημαντικών μεγάλων ελληνικών και γερμανικών επιχειρηματικών ομίλων συναντήθηκαν στο Βερολίνο στο πλαίσιο του φόρουμ «Vision and Investment Opportunities». Οι Γερμανοί ενδιαφέρθηκαν για τις ενεργειακές δραστηριότητες στην Ελλάδα, αλλά και για την επένδυση που κάνει η χώρα μας στην καινοτομία.

Το Ελληνογερμανικό Οικονομικό Φόρουμ έχει αναλάβει να στηρίξει και να υποβοηθήσει αυτές τις επιχειρηματικές συζητήσεις, κάποιες από τις οποίες δεν μπορεί παρά να καταλήξουν σε συνεργασίες. Άλλα πεδία συνεργασίας είναι, ασφαλώς, οι χρηματοδοτήσεις των κοινών έργων από τα δυο χρηματοπιστωτικά συστήματα, η επένδυση Αθήνας και Βερολίνου στη μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής με «πράσινες» πολιτικές και άλλες κοινές δράσεις, τις οποίες ας μην ξεχνάμε ότι είχαν συζητήσει ήδη από τον περασμένο Αύγουστο, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά ως πρωθυπουργός, το Βερολίνο.

Σε αυτό το πλαίσιο της σύσφιγξης των διμερών σχέσεων εντάσσεται και η απόφαση να είναι η Γερμανία η τιμώμενη χώρα στην φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, τον Σεπτέμβριο.

Μήπως τώρα, την ώρα των πιο δύσκολων κι αχαρτογράφητων διαπραγματεύσεων, πέραν του στερεού ελληνογαλλικού άξονα, η Ελλάδα και η Γερμανία πρέπει να δώσουν πολιτικό περιεχόμενο στη σύσφιγξη των σχέσεων που έχουν επιχειρήσει τους τελευταίους μήνες, και να «ενοποιήσουν» τις διεκδικήσεις της Αθήνας από το Ταμείο Ανάκαμψης με την θαρραλέα προώθηση διμερών συνεργασιών στους κρίσιμους τομείς της ενέργειας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της διευκόλυνσης επενδύσεων γερμανικών κεφαλαίων σε αναπτυσσόμενους τομείς της ελληνικής οικονομίας;