Είστε εδώ

Ισχυρή η φωνή της Ευρώπης στη διεθνή σκακιέρα

του Διαμαντή Σεϊτανίδη

Με την έναρξη του Ιουλίου, η Γερμανία αναλαμβάνει την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της ΕΕ κι αρχίζει να εφαρμόζει μια φιλόδοξη ατζέντα που εκτείνεται από τις πολιτικές αναχαίτισης της πανδημίας του κορονοϊού αλλά και των οικονομικών της συνεπειών και φτάνει έως τη διαμόρφωση μιας εξωτερικής πολιτικής της Ενωμένης Ευρώπης, ικανής να επηρεάζει την πορεία της διεθνούς κοινότητας.

Αυτό το τελευταίο, μάλιστα, γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας στο Βερολίνο και τις Βρυξέλλες, ανεξαρτήτως των πολιτικών εξελίξεων στις ΗΠΑ. Εκεί το Νοέμβριο διεξάγονται οι προεδρικές εκλογές και από τη νέα χρονιά θα έχουμε είτε μια δεύτερη θητεία Τραμπ, είτε μια νέα κυβέρνηση Μπάιντεν. Είτε στη μια, είτε στην άλλη περίπτωση, η διεθνής στάση των ΗΠΑ στα προσεχή 4 χρόνια παραμένει ερωτηματικό. Δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η σχέση που οι ΗΠΑ θέλουν να έχουν με την Ευρώπη, με το ΝΑΤΟ, με τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν γνωρίζουμε τι θα πράξουν στην ανατολική Μεσόγειο, ποια σχέση θα διαμορφώσουν με την Άγκυρα, εάν θα αναλάβουν και πάλι το ρόλο της διεθνούς υπερδύναμης που θα υπερασπίζεται τις δυτικές Αξίες, όπως ήθελε ο Γούντροου Ουίλσον, ή αν θα εμπλακεί στη διεθνή ισορροπία δυνάμεων, όπως αξίωνε ο Θίοντορ Ρούσβελτ.

Αυτό το μειονέκτημα, η γερμανική προεδρία θέλει να το μετατρέψει σε πλεονέκτημα για την Ενωμένη Ευρώπη, με τη χάραξη μιας εξωτερικής πολιτικής που δεν θα αποτελεί παρακολούθημα εκείνης των ΗΠΑ. Αντίθετα, το Βερολίνο θέλει να διαμορφώσει με δική του πρωτοβουλία μια ατζέντα Ευρώπης – ΗΠΑ, επί της οποίας θα διεξαχθεί ο διάλογος με την υπερατλαντική υπερδύναμη.

Το περιεχόμενο της ατζέντας είναι ακόμα υπό διαμόρφωση, ωστόσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι ο προσανατολισμός της είναι μια πολιτική σχέση που θα μειώνει τις εντάσεις και τις συγκρούσεις μεταξύ των δυο μεγάλων Οργανισμών της δημοκρατικής Δύσης, όπως ανέφερε σε δηλώσεις του ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Χάικο Μάας.

Άλλωστε, οι διατλαντικές σχέσεις έχουν βρεθεί σε νέα ιστορικά χαμηλά τα τελευταία τρία χρόνια. Μόλις την περασμένη εβδομάδα η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε ότι εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής νέων δασμών αξίας 3,1 δισ. Σε προϊόντα που θα προέρχονται από τη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οξύνοντας για πολλοστή φορά την εμπορική διαμάχη μεταξύ των δυο πλευρών του Ατλαντικού.

Είχε προηγηθεί η εκ μέρους των ΗΠΑ απόρριψη της Συμφωνίας των Παρισίων για το κλίμα και της Συμφωνίας για τα πυρηνικά του Ιράν. Ταυτόχρονα ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να αποσύρει αμερικανικά στρατεύματα από τη Γερμανία επειδή η κυβέρνηση της καγκελαρίου Άγκελα Μέρκελ καταβάλλει για τις αμυντικές δαπάνες λιγότερα ποσά από αυτά που θα ήθελε ο Λευκός Οίκος.

­Το παράθυρο ευκαιρίας για μια αυτόνομη και πρωτογενή ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική με ορατούς κι αποδεκτούς άξονες, αλλά και δέσμευση των κρατών – μελών γύρω από αυτούς, είναι ορθάνοιχτο. Και η γερμανική προεδρία είναι ίσως η πιο κατάλληλη για να το αξιοποιήσει, σε συνεργασία με τα υπόλοιπα κράτη – μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. ­­