Είστε εδώ

Ρίχαρντ Βάγκνερ, η παρεξηγημένη μουσική μεγαλοφυία

Κορυφαίος Γερμανός συνθέτης, ο οποίος με το έργο του άλλαξε την πορεία της λόγιας μουσικής και η επιρροή του εξακολουθεί ακόμη και στις μέρες μας να είναι έντονη στο έργο πολλών συνθετών.

Διακρίθηκε κυρίως για τις όπερες που έγραψε, «μουσικά δράματα», όπως τις ονόμαζε, και για τα οποία ανέπτυξε μία ολοκληρωμένη φιλοσοφική και αισθητική θεωρία, μέσα από το συγγραφικό του έργο. Γνωστότερα έργα του, η τετραλογία Το δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν, βασισμένη σε μεσαιωνικούς σκανδιναβικούς θρύλους, το αριστούργημα "Τριστάνος και Ιζόλδη", "Οι αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης", "Πάρσιφαλ", "Ο ιπτάμενος Ολλανδός", "Τανχόιζερ" κι ένα σωρό άλλα

O συνθέτης γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1813 στη Λειψία και ήταν το ένατο παιδί ενός γραφέα της Αστυνομίας, του Καρλ Φρίντριχ Βάγκνερ (Carl Friedrich Wagner) και της Γιοχάννα Ροσίνε Βάγκνερ, κόρης αρτοποιού.

Έξι μήνες μετά τη γέννησή του, στις 23 Νοεμβρίου 1813, πεθαίνει ο πατέρας του από τύφο. Τον Αύγουστο του 1814 η μητέρα του ξαναπαντρεύεται τον ηθοποιό, ζωγράφο και ποιητή Λούντβιχ Γκάιερ (Ludwig Geyer), που θα νοιαστεί για τα παιδιά και τον οποίο ο Βάγκνερ θα εκτιμήσει πολύ.

Εικασίες ότι ο Γκάιερ ήταν και ο πραγματικός πατέρας του Ρίχαρντ Βάγκνερ ούτε επιβεβαιώθηκαν, αλλά ούτε και διαψεύστηκαν.

Φήμες ότι ο Γκάιερ ήταν Εβραίος, που ίσως πίστευε και ο ίδιος ο Βάγκνερ, σήμερα έχουν αποδειχτεί καθαρά λανθασμένες.

Το 1814 η οικογένεια θα μετακομίσει στη Δρέσδη.

Στις 16 Φεβρουαρίου θα γεννηθεί η ετεροθαλής αδερφή του Βάγκνερ Σεσίλια (Cäcilie).

Ήταν μέλος της φοιτητικής ένωσης "Corps Saxonia Leipzig", από την οποία τελικώς θα αποκλειστεί, αφού επανειλημμένα θα καταχραστεί τη σύνταξη της μητέρας του λόγω της δυσχερούς του οικονομικής κατάστασης.

Το σχόλιό του για τον αποκλεισμό ήταν «Εγώ είμαι μια μεγαλοφυΐα! Για μένα μετράνε άλλες αξίες!».

Το 1833 θα εντυπωσιαστεί μέσω του συγγραφέα και εκδότη Χάινριχ Λάουμπε (Heinrich Laube) από τις ιδέες μιας επαναστατικής λογοτεχνικής κίνησης, της «Νέας Γερμανίας». Παράλληλα, θα ξεκινήσει τη σύνθεση της όπερας Οι Νεράιδες.

Στην εφημερίδα του Λάουμπε θα γράψει ένα άρθρο με τον τίτλο «Η Γερμανική Όπερα» και θα επισκεφθεί για τέταρτη φορά τη Βοημία.

Ως μουσικός διευθυντής της θερινής σεζόν στο Μπαντ Λάουχστεντ (Bad Lauchstädt) και του θεάτρου στο Μαγδεβούργο (Magdenburg), θα γνωρίσει την ηθοποιό Μίνα Πλάνερ (Minna Planer).

Ωστόσο, τo 1864 ο Ρίχαρντ Βάγκνερ ήταν πάμπτωχος.

Πήγαινε απ’ τη μια πόλη στην άλλη προσπαθώντας να ανεβάσεις τις όπερές του. 

Τότε, σαν να τον είχε αγγίζει η καλή νεράιδα με το ραβδί της, η τύχη του άλλαξε.

Στην περίπτωσή του, η νεράιδα ήταν ο 18χρονος Λουδοβίκος Β’ της Βαυαρίας, ο ωραίος και μεγαλοπρεπής βασιλιάς που ήδη σχολιαζόταν για τις σχέσεις του με τους νεαρούς σταβλίτες. 

Ο Λουδοβίκος λάτρευε τα έργα του Βάγκνερ.

Μία από τις πρώτες ενέργειες του ήταν να καλέσει τον Βάγκνερ στο Μόναχο, να τακτοποιήσει τα χρέη του και να του προσφέρει έναν γενναίο μισθό.

Επρόκειτο για θαύμα.

Ο Βάγκνερ είχε μόνο ένα αίτημα: μήπως μπορούσε να βρεθεί μια δουλειά στην Αυλή για τον φίλο του, τον Χανς Φον Μπίλοφ.

Ο Μπίλοφ ήταν ταλαντούχος συνθέτης και πρώην προστατευόμενος του Φραντς Λιστ.

Αλλά δεν ήταν αυτό που τον έκανε φίλο του Βάγκνερ.

Ήταν το ότι ο Βάγκνερ έκανε κέφι τη γυναίκα του Μπίλοφ, την Κόζιμα, κόρη του Λιστ.

Χάρη στον Λουδοβίκο, οι Μπίλοφ έγιναν γείτονες του Βάγκνερ. Σ

ύντομα η Κόζιμα έμεινε έγκυος.

Γέννησε την κόρη της, την Ιζόλδη.

Κι αυτήν την Ιζόλδη, δεν υπάρχει αμφιβολία για το ποιος συνθέτης τη δημιούργησε.

Το Μόναχο σκανδαλίστηκε.

Επίσης, αγανάκτησε με τα ποσά που ξόδευε ο Λουδοβίκος για τις περίφημης παραγωγές του Βάγκνερ και την επιρροή του συνθέτη στην κυβέρνηση.

Τελικά, ο Λουδοβίκος αναγκάστηκε να ζητήσει από τον Βάγκνερ να φύγει.  

Απέκτησαν τρία παιδιά και η Κόζιμα αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής της στην προώθηση του συζύγου της. 

Ο Βάγκνερ διεύρυνε τους ορίζοντες του αρμονικού συμβάντος της εποχής του και τα τελευταία χρόνια της ζωής του χαρακτηρίζονται από μουσικό πλούτο και περιπλοκότητα, ενώ προετοίμασαν το έδαφος για πολλές από τις μουσικές εξελίξεις του επόμενου αιώνα.

Άλλη σημαντική προσφορά του Βάγκνερ ήταν η πρωτοβουλία του (και η καθοριστική συμβολή του στη χρηματοδότηση) για την ανέγερση ενός εκπληκτικού θεάτρου, του Festpielhaus στο Μπαϊρόιτ (Βαυαρία) όπου τα έργα του θα μπορούσαν να παρουσιάζονται σε ιδεώδεις για την εποχή συνθήκες.

Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ πέθανε το 1883 έχοντας ήδη αναγνωριστεί πανευρωπαϊκά ως μουσική μορφή.
 

Η άλλη πλευρά του Βάγκνερ

Είναι γνωστό ότι ο Βάγκνερ ήταν αντισημίτης. 

Λιγότερο σαφές είναι το πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε τον αντισημιτισμό του.

Κάποιοι θεωρούν ότι οι πεποιθήσεις του αποτελούν προϊόν της εποχής του. 

Όμως, οι απόψεις του Βάγκνερ ήταν ακραίες ακόμα και για την εποχή.

Η αντιπάθειά του προέκυψε όταν εκείνος ανακήρυξε εχθρούς του δύο συγκεκριμένους Εβραίους: τους συνθέτες Τζάκομο Μέγιερμπερ και Φέλιξ Μέντελσον, ο οποίος ήταν πιστός Λουθηρανός. 

Πίστευε ότι η ψυχρότητα των Μέγιερμπερ και Μέντελσον απένταντι στις όπερές του ήταν δείγμα της φύσης τους. 

Έτσι κατέληξαν να συμβολίζουν καθετί το εχθρικό προς αυτόν.

Τελικά, τα αντιεβραϊκά του αισθήματα έγιναν κεντρικό θέμα της περίπλοκης όσο και εξωφρενικής μυθολογίας του.

Ο Βάγκνερ πίστευε ότι μια ανώτερη φυλή από την ανατολή είχε μολυνθεί όταν κινήθηκε προς τα δυτικά, συνάντησε Εβραίους κι άρχισε να τρώει κρέας. 

Πλέον οι Άριοι, απόγονοι εκείνης της ανώτερης φυλής, όφειλαν να ανακτήσουν την υπεράνθρωπη υπόσταση τους εξαλείφοντας την εβραϊκή επιρροή. 

Αν όλα αυτά σας μοιάζουν οικεία, δεν πέφτετε έξω.

Ο Χίτλερ διάβασε όλα τα κείμενα του Βάγκνερ όταν ετοίμαζε το βιβλίο του: “Ο Αγών μου”.

Οικογενειακή Παράδοση

Το Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ είναι εξίσου διάσημο για τα δράματα των παρασκηνίων όσο και για τις επί σκηνής τραγωδίες.

Η Κόζιμα το διεύθυνε με αυταρχισμό έως το 1906, οπότε θεώρησε ότι ο γιος της, ο Ζίγκφριντ ήταν σε κατάλληλη ηλικία για να αναλάβει.

Το 1915, ο κατά τα φαινόμενα αμφιφυλόφιλος Ζίγκφριντ, προσπάθησε να σταματήσει τις φήμες για τη σεξουαλικότητά του και παντρεύτηκε μια Αγγλίδα ονόματι Γουίνιφρεντ Κλίντγουορθ.

Εκείνη απέδειξε αμέσως τον ανδρισμό του, κάνοντας τέσσερα παιδιά σε ισάριθμα χρόνια.

Ο Ζίγκφριντ πέθανε από καρδιακή προσβολή το 1930, λίγο αφότου η Γουίνιφρεντ συνάντησε τον ήρωά της, τον ανερχόμενο πολιτικό Αδόλφο Χίτλερ.

Ο Χίτλερ λάτρευε τον Βάγκνερ και συχνά πήγαινε στο Μπαϊρόιτ κι έπαιζε στον κήπο με τα παιδιά της Γουίνιφρεντ.

Ήταν τόσο αφοσιωμένος στο φεστιβάλ, σημειώνει η "Μηχανή Του Χρόνου" ώστε του προσέφερε κυβερνητική βοήθεια ακόμη και κατά τη διάρκεια του πολέμου και φρόντιζε να έχει πάντα κοινό, στέλνοντας ως θεατές εργάτες και αδειούχους στρατιώτες.

Η κορη της Γουίνιφρεντ, η Φρίντελιντ ήταν η μόνη από την οικογένεια Βάγκνερ που είχε κάποια αίσθηση του τι σήμαιναν τα παραληρήματα του Χίτλερ.

Στον πόλεμο έφυγε απ’ τη Γερμανία και πήγε στην Αγγλία όπου έγραψε μια σειρά από συνταρακτικά άρθρα για τον άνθρωπο που αποκαλούσε “Uncle Wolfie”, δηλαδή “Θείο Λύκο”....

Ακολουθεί ολόκληρο το έργο του Ρίχαρντ Βάκγνερ "Τριστάνος και Ιζόλδη"

Υπόθεση

Ο Τριστάνος ντε Λεονουά που ορφανός είχε αρπαχθεί από πειρατές, ελευθερώνεται και ανατρέφεται από τον θείο του Μάρκο, Βασιλέα της Κορνουάλης.

Μετά από ένα περιπετειώδη και γεμάτο ανδραγαθήματα βίο μεταξύ των οποίων και το φόνο ενός τέρατος της Ιρλανδίας, του Μορχούτ, προς το οποίο οι Κορνουάλιοι πρόσφεραν ετησίως 400 νεανίδες προς βορά του, ο Τριστάνος επιφορτίζεται να μεταβεί στην Ιρλανδία και να ζητήσει για λογαριασμό του θείου του Βασιλέως την χείρα της εκεί Πριγκίπισσας Ιζόλδης της ξανθής.

Επιστρέφοντας με την Ιζόλδη στη Κορνουάλη από μοιραίο λάθος πίνουν και οι δύο κάποιο μαγικό φίλτρο, που ήταν προορισμένο να προκαλεί ακατανίκητο και αιώνιο έρωτα σε όποιους το γεύονταν.

Έτσι αμφότεροι, έρμαιο του πάθους τους, απατούν τον Βασιλέα, αν και τον σέβονται.

Αργότερα ο Τριστάνος, (για να απαλλαγεί απ΄ αυτόν τον έρωτα) παντρεύεται μιαν άλλη Ιζόλδη, την Ιζόλδη τη Λευκώλενο.

Σε τραυματισμό του όμως από δηλητηριασμένο βέλος και γνωρίζοντας πως το αντίδοτο το έχει η Ιζόλδη η ξανθή την ειδοποιεί να σπεύσει σε τακτή προθεσμία.

Στην έκκλησή του εκείνη προστρέχει πράγματι με πλοίο με λευκά πανιά όπως της είχε υποδείξει ο Τριστάνος.

Η σύζυγός του όμως η Ιζόλδη η Λευκώλενος από ζηλοτυπία αναγγέλλει στον κατάκοιτο Τριστάνο ότι το πλοίο φθάνει με μαύρα όμως πανιά, οπότε κι εκείνος άπελπις πλέον εκπνέει.

Μετ΄ ολίγον στο στήθος του εκπνέει και η μόλις αφιχθείσα φίλη του Ιζόλδη.