Είστε εδώ

Μια Μέρκελ, αγνώριστη...

Η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των ευρωπαϊκών εξελίξεων περίπου για μιάμιση δεκαετία. Διαχειρίστηκε μείζονες κρίσεις, όπως αυτή μετά την κατάρρευση της Lehmann Brothers, κι είχε ευκαιρίες να δείξει ότι ξέρει να μαθαίνει από τα λάθη της.

Όπως παρατηρεί ο Βόλφγκανγκ Μούνχαου στους Financial Times, ασφαλώς η Μέρκελ φέρει σημαντικό μερίδιο ευθύνης για τον τρόπο που η Ευρώπη χειρίστηκε την οικονομική κρίση πριν από περίπου 10 χρόνια, όταν η καγκελάριος είχε αρνηθεί να στηρίξει τις τράπεζες της Ευρώπης. Λίγο αργότερα επέβαλε ως επίσημη πολιτική της Ευρώπης τη λιτότητα, η οποία αποτέλεσε πλέον το «ευαγγέλιο» τόσο της Γερμανίας, όσο και ολόκληρης της Ευρώπης.  

Τον Ιούνιο του 2012 η Μέρκελ είχε αρνηθεί να συναινέσει σε μια βαθύτερη πολιτική και οικονομική ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τότε οι περισσότεροι έλεγαν ότι η γερμανική καγκελαρία δρομολογεί μια «Ευρώπη δυο ταχυτήτων», με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο τότε επικεφαλής της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι να πει το περίφημο «θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί» για να σωθεί το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα.

Τώρα, στη δύση της πολιτικής πορείας της Άγκελα Μέρκελ, ίσως χρειάζεται η Ευρώπη να αναρωτηθεί «τι ακριβώς ήθελε» από τη Γερμανίδα καγκελάριο: Να αποφασίζει με βάση τα στενά συμφέροντα των Γερμανών -όπως κάνει ο Τραμπ σήμερα στις ΗΠΑ- ή να μετεξελιχθεί σε «μαμά» της Ευρώπης;

Και πριν απαντηθεί αυτό το ερώτημα, προέκυψε η πανδημία του κορονοϊού, που δημιούργησε μείζονα κίνδυνο για την ευρωπαϊκή οικονομία. Και τότε, συναντήσαμε μια Μέρκελ αγνώριστη! Όχι μόνο συμφώνησε με τον Εμανουέλ Μακρόν στο σχέδιο διάσωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσω της αμοιβαιοποίησης του χρέους, εγκαταλείποντας το δόγμα της λιτότητας με το οποίο κυβέρνηση πάνω από μια δεκαετία, αλλά δέχθηκε την υλοποίηση του σχεδίου διάσωσης της οικονομίας μέσω έκτακτων νόμων, αφού όλο αυτό το σχέδιο θα εξελισσόταν μια φορά και δεν θα αποτελούσε προηγούμενο για άλλου είδους συζητήσεις μέσα στην ΕΕ.

Έπρεπε να φτάσουμε σε αυτή την πανευρωπαϊκή απειλή για να ληφθούν αποφάσεις οι οποίες ξεπερνούσαν τις συμβατικές θέσεις των ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων; Πιθανόν. Αλλά το αποτέλεσμα δεν αλλάζει: Όπως η Ευρώπη επινόησε το 2012 με αφορμή την ελληνική κρίση τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, έτσι και τώρα δημιουργεί το Ταμείο Ανάκαμψης, ίσως για διαφορετικούς λόγους, σίγουρα όμως για την ίδια αιτία: Διότι η ευρωπαϊκή οικονομία περνά από κρίση σε κρίση, και στο ενδιάμεσο διάστημα απλώς είναι ασθενής: Ούτε ο στόχος του πληθωρισμού επετεύχθη, ούτε το επιχειρηματικό μοντέλο της Ευρώπης αναπτύχθηκε πριν ενσκήψει η πανδημία, αν και τα επιτόκια δανεισμού είχαν σχεδόν μηδενιστεί.

Και σήμερα, πού βρίσκεται η Ευρώπη; Βρισκόμαστε στις παραμονές της συμφωνίας των 27 κρατών- μελών για το Ταμείο Ανάκαμψης -ένα νέο «σχέδιο Μάρσαλ»- παρά το ότι οι «4 φειδωλοί» (Δανία, Ολλανδία, Σουηδία, Αυστρία) θα εξακολουθούν να διαφωνούν με το ποσοστό των χρημάτων που θα διατεθεί ως επιχορηγήσεις

Πώς συμβαίνει αυτό;

Πίσω από τις εξελίξεις δρα η συνετή διπλωματία της Άγκελα Μέρκελ, που σήμερα είναι, πια, «μια άλλη» σε σχέση με την Μέρκελ που άκουγε αδιάφορα τα παρακάλια των Ελλήνων στα διάφορα ευρωπαϊκά όργανα κατά τα χρόνια των δυο πρώτων μνημονίων.

Ωραία! Σχεδόν όλοι είμαστε βέβαιοι ότι στη Σύνοδο Κορυφής του Ιουλίου -το αργότερο μέσα στο καλοκαίρι- η Ευρώπη θα έχει συμφωνήσει για το Ταμείο Ανάκαμψης. Και τα χρήματα θα διοχετευθούν στις χώρες που επλήγησαν και οι άμεσες δυσμενείς επιπτώσεις του lockdown θα αντιμετωπιστούν.

Με άλλα λόγια, άλλη μια κρίση θα έχει αποσοβηθεί. Μέχρι την επόμενη. Όταν δηλαδή η Μέρκελ δεν θα είναι παρούσα, αφού έχει ρητά ξεκαθαρίσει ότι δεν θα ξαναείναι υποψήφια για τη θέση της καγκελαρίου το 2021.

Χάνεται έτσι μια ευκαιρία, η συμφωνία γύρω από το Ταμείο Ανάκαμψης να ακολουθηθεί από μια σειρά ευρέων μεταρρυθμίσεων στα θεσμικά ζητήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να προχωρήσουμε σε ουσιαστική εμβάθυνση και ολοκλήρωση της Ένωσης, με εφαλτήριο τα πολλά χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης.

Κι εκεί, η «αγνώριστη», πια, Μέρκελ, με την εμπειρία και τηνπ ροσαρμογή της, θα είναι απαραίτητη.

Ανεξαρτήτως του ότι δεν θα είναι πια καγκελάριος της Γερμανίας. Αυτό, από μειονέκτημα, μπορεί να εξελιχθεί σε δομικού τύπου πλεονέκτημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εάν η Άγκελα Μέρκελ θελήσει να συνεχίσει από άλλη θέση -θεσμική ή ad hoc- τη συμβολή της στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.