Είστε εδώ

Η προεκλογική εκστρατεία του Μπάιντεν μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη στον Μακρόν

του Παναγιώτη Πάσχου

Ο Γάλλος πρόεδρος που θα ζητήσει ξανά την ψήφο του λαού της Γαλλίας το 2022 πρέπει, όπως πολλοί λένε, να μελετήσει με προσοχή τις πρόσφατες αμερικανικές εκλογές. Με δεδομένο ότι το ραντεβού του Εμανουέλ Μακρόν με τους Γάλλους ψηφοφόρους πλησιάζει - αφού ο πολιτικός χρόνος τρέχει πολύ πιο γρήγορα – και καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μεγάλες διακυμάνσεις στα ποσοστά της δημοφιλίας του, αναλυτές επισημαίνουν πως ο Γάλλος πρόεδρος θα πρέπει να πάρει ένα πολύτιμο μάθημα από τη νίκη του Τζο Μπάιντεν έναντι του Ντόναλντ Τραμπ.

Με μια μεταφορά σε αναλογία κλίμακας, τηρουμένων των πολιτικών αντιστοιχιών, «όπως» ο Μπάιντεν αναμετρήθηκε με τον κατεξοχήν λαϊκιστή Τραμπ, έτσι και ο πρόεδρος Μακρόν, θα έχει πιθανότατα απέναντί του την ακροδεξιά λαϊκίστρια ηγέτιδα του Εθνικού Μετώπου, Μαρίν Λε Πεν προκειμένου να παραμείνει στο Μέγαρο των Ηλυσίων.

Οι Γάλλοι ψηφοφόροι δεν φαίνεται ότι θα πάνε στις κάλπες νωρίτερα από το 2022 αλλά φερέλπιδες υποψήφιοι έχουν ήδη ανοίξει την κουβέντα και η εκλογολογία ασκεί ήδη  κάποια επήρεια στη χάραξη πολιτικής.

Αν ο Εμανουέλ Μακρόν αποφασίσει να είναι ξανά υποψήφιος, θα έχει στην πραγματικότητα στοιχεία και από τον Τραμπ και από τον Μπάιντεν. Όπως ο Τραμπ είναι εκ των πραγμάτων το κατεστημένο που πρέπει να υπερασπιστεί τις κυβερνητικές επιλογές του για τη διαχείριση μιας υγειονομικής κρίσης που προκύπτει μια φορά στα εκατό χρόνια. Ταυτόχρονα όμως είναι ένας δραστήριος διεθνιστής που θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει έναν λαϊκιστή αντίπαλο σε μια νέα τάξη πραγμάτων μετά την κρίση.

Το πρώτο από τα μαθήματα που θα μπορούσε να πάρει ο πρόεδρος Μακρόν από τη νίκη Μπάιντεν είναι να προτιμήσει την αναμέτρηση σε επίπεδο πολιτικού προγράμματος

Όλοι οι αναλυτές συμφωνούν πως είναι μεγάλο ρίσκο μια τέτοια αναμέτρηση να γίνει ουσιαστικά δημοψήφισμα για τα πεπραγμένα στη διάρκεια της προηγούμενης προεδρίας και την προσωπικότητα του όποιου υποψηφίου αντί να συνιστά μια ουσιαστική συγκριτική εκτίμηση δύο πολιτικών προγραμμάτων.

Επισημαίνουν δε πως ο πρόεδρος Μακρόν μπορεί να δει τι πήγε λάθος με την εκστρατεία του Τραμπ, στο βαθμό που και οι δυο εκπροσωπούν το κατεστημένο, οι πολιτικές τους επιλογές έχουν διχάσει κι έχουν διέλθει περιόδους που δεν ήταν δημοφιλείς.

Με αφετηρία το γεγονός ότι ο Μπάιντεν ηγήθηκε μιας εκστρατείας που κατάφερε να εστιάζει διαρκώς στα τρωτά σημεία του αντιπάλου του, ο Μακρόν θα μπορούσε να αποφύγει να βρίσκεται στο επίκεντρο της δικής του εκστρατείας και να επιμένει στην επιχειρηματολογία του.

Ταυτόχρονα όμως αυτή θα είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Γάλλο πρόεδρο, αφού σε αντίθεση με τον Τραμπ που ήταν ο υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, ο Μακρόν κατάφερε να διαλύσει την κυριαρχία των παραδοσιακών συντηρητικών και σοσιαλιστικών κομμάτων στη γαλλική πολιτική σκηνή και να αναδειχθεί πρόεδρος χωρίς να βασιστεί στη δομή ενός καθιερωμένου κόμματος.

Ακόμη και το κίνημα που είχε ξεκινήσει στη διάρκεια της προεδρικής θητείας του δεν εξελίχθηκε ποτέ σε πολιτική δύναμη ούτε κατάφερε να παράξει πρόσωπα με ισχυρό προφίλ που θα μπορούσαν να εδραιωθούν στην πολιτική αρένα.

Ένα από τα βασικά μηνύματα που προέβαλε ο Τζο Μπάιντεν ήταν η πρόθεσή του να θεραπεύσει τη χώρα μετά από τέσσερα χρόνια διχαστικής πολιτικής που συνέβαλε συχνά στη δημιουργία κλίματος αστάθειας.

Ωστόσο ο Εμανουέλ Μακρόν έχει κατηγορηθεί για έλλειψη ενσυναίσθησης που ο Τζο Μπάιντεν διαθέτει αντίθετα σε ικανό βαθμό και αποτελεί βασικό συστατικό της προσωπικότητας μεγάλων ηγετών. Η σκιά της κοινωνικο-οικονομικής δυσαρέσκειας που βρήκε την ακραία έκφρασή της στις διαμαρτυρίες των Κίτρινων Γιλέκων, είναι επίσης μια επιπλέον παράμετρος.

Από την αρχή της προεδρίας του ο Μακρόν επικρίθηκε έντονα ως «ο πρόεδρος των προνομιούχων» που δεν έχει επαφή με τις ανησυχίες του λαού και περιβάλλεται από εξίσου αποστασιοποιημένους τεχνοκράτες.

Ταυτόχρονα η πανδημία του κορονοϊού έχει δημιουργήσει ένα χωρίς προηγούμενο πλαίσιο που αναμφίβολα θα επηρεάσει το πολιτικό σκηνικό του μέλλοντος σε ολόκληρο τον κόσμο, χωρίς να μπορεί κανείς να διακινδυνεύσει ασφαλείς προβλέψεις περί των νέων ισορροπιών.

Η επιστολική ψήφος αναμένεται επίσης να αποτελέσει πηγή συγκρούσεων και στις γαλλικές εκλογές του 2022 με το κόμμα της Μαρίν Λε Πεν να μην την αποδέχεται. Άλλωστε η ίδια η κ. Λε Πεν φρόντισε να υπογραμμίσει τη θέση αυτή, δηλώνοντας ηχηρά ότι δεν αναγνωρίζει τη νίκη Μπάιντεν στις ΗΠΑ ενώ ακροδεξιά βουλευτής του κόμματός της, σχολίασε πως ο υποψήφιος των Δημοκρατικών δεν είναι ο Τζο Μπάιντεν αλλά ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ.

«Ο ρόλος μου είναι να κατευνάζω τα πνεύματα» αλλά και «να προστατεύω δικαιώματα όπως η ελευθερία της έκφρασης στη Γαλλία», έλεγε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο αρχηγός του γαλλικού κράτους και μένει να δούμε τις στρατηγικές επιλογές του για την επόμενη μέρα.-