Είστε εδώ

Η πανδημία απαιτεί νέες, τολμηρές πολιτικές

της Κατερίνας Παναγιώτου

Η πανδημία και η ανάγκη αντιμετώπισης των οικονομικών συνεπειών της ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία που με σαρωτική ένταση επανακαθόρισε το πλαίσιο της λήψης μέτρων αποκατάστασης σε πολλά επίπεδα.

Κατά την εξέλιξη της πρώτης αλλά και της δεύτερης φάσης της πανδημίας, πολλές χώρες εστίασαν στη δημοσιονομική στήριξη των επιχειρήσεων που δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν λόγω της επιβολής των περιοριστικών μέτρων, με στόο ουσιαστικά να προστατευθούν οι θέσεις εργασίας. Μάλιστα σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, οι ενισχύσεις αυτού του είδους ανέρχονταν μέχρι τώρα στο 10% περίπου του ΑΕΠ. Προοδευτικά και όσο θα αίρονται οι περιορισμοί, η ανάγκη για δημοσιονομική στήριξη θα περιοριστεί.

Στο σημείο αυτό, η εκτίμηση - πρόταση οικονομολόγων και κοινωνιολόγων είναι ότι η προσοχή θα πρέπει πλέον να στραφεί στην ανακατανομή κεφαλαίου και εργασίας. Για πάνω από μια δεκαετία, η προσφορά οικονομικών κινήτρων απέτυχε να δημιουργήσει ανάπτυξη στις βιομηχανικές οικονομίες. Στην πραγματικότητα το πλεόνασμα δυναμικού που αυξήθηκε θεαματικά σε ορισμένους τομείς ευθύνεται για έναν αυξανόμενο αριθμό εταιριών ζόμπι. Συνολικά, οι επενδύσεις δεν κατάφεραν να απορροφήσουν τα αποταμιευμένα κεφάλαια. Αυτή η «ακινησία» δεν άφησε πολλά περιθώρια αντίδρασης στα τεράστια οικονομικά και φορολογικά κίνητρα που προσφέρονταν. Έτσι, εκείνο που τελικά απαιτείται αντ 'αυτού είναι η ανακατανομή πόρων προκειμένου να εξαλειφθεί το πλεόνασμα δυναμικού σε τομείς που επεκτάθηκαν υπερβολικά με ταυτόχρονη ενθάρρυνση επενδύσεων σε τομείς με ανεκμετάλλευτες επενδυτικές ευκαιρίες.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Θέλετε να τα ξέρετε όλα για την Ευρώπη; - Πατήστε ΕΔΩ για like στη σελίδα του EUROLETTER στο facebook

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ακόμη και πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση, το πρότυπο της ζήτησης και της παραγωγής στην παγκόσμια οικονομία είχε καταστεί μη βιώσιμο. Στοιχεία που θα μπορούσαν να χτυπήσουν καμπανάκι για την ανακατανομή πόρων από μη κερδοφόρες σε κερδοφόρες επενδύσεις - ιδιαίτερα τα επιτόκια και οι συναλλαγματικές ισοτιμίες – είχαν καταρρεύσει.

Χαμηλά ή και αρνητικά επιτόκια επέτρεψαν στις εταιρείες ζόμπι να επιβιώσουν. Και οι επενδύσεις στον βιομηχανικό κόσμο ήταν αδύναμες. Στη δεκαετία μετά την οικονομική κρίση, οι ακαθάριστες επενδύσεις ως μερίδιο του ΑΕΠ μειώθηκαν κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες στις οικονομίες της G-7. Στην Κίνα, το μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ αυξήθηκε κατά πάνω από επτά ποσοστιαίες μονάδες σε μη βιώσιμο 44,8%.

Καθώς προχωρά η αποσύνδεση των ΗΠΑ και της κινεζικής οικονομίας - με την Κίνα να εξακολουθεί να χρειάζεται να εισαγάγει ημιαγωγούς υψηλής ποιότητας και οι ΗΠΑ να περιορίζουν τη μεταφορά τεχνολογίας σε κινεζικές εταιρείες - το βασικό πρόβλημα της υπερβολικής εξοικονόμησης στην Κίνα και της υπερβολικής κατανάλωσης στις ΗΠΑ παραμένει. Το μερίδιο της κατανάλωσης ανά νοικοκυριό σε ποσοστό του ΑΕΠ στην Κίνα μειώθηκε από πάνω από 65% το 1952 σε κάτω από 39% το 2019. Οι μισθοί συγκρατήθηκαν σκόπιμα για να διατηρήσουν τις εξαγωγές ανταγωνιστικές.

bloomberg1.png

Το να ξεφύγουμε από την παγίδα της χαμηλής ανάπτυξης δεν ισοδυναμεί κατ’ ανάγκη με την αναρρίχηση από μια κεϋνσιανή ύφεση. Είναι κάτι που απαιτεί διαφορετικά μέσα - συγκεκριμένα, μετακίνηση πόρων από μια συνιστώσα της ζήτησης σε άλλη, από τον ένα τομέα στον άλλο και από τη μια επιχείρηση στην άλλη. Όλα αυτά είχαν υπόσταση ήδη πριν από την άφιξη του Covid-19, ενώ η πανδημία έχει με δυο τρόπους υπογραμμίσει τη σημασία τους.

Πρώτον, οι επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις συνειδητοποίησαν ότι η ανθεκτικότητα είναι εξίσου σημαντική με την αποτελεσματικότητα. Η επιβίωση έχει σημασία. Μάθαμε αυτό το μάθημα σχετικά με το τραπεζικό σύστημα κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, αλλά δεν το εφαρμόσαμε αλλού. Η ανθεκτικότητα των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης, οι κίνδυνοι που ανακύπτουν από τα συστήματα διανομής και η ευαισθησία των οικονομιών στο κλείσιμο των συνόρων υποδηλώνουν ότι η οικονομική δραστηριότητα θα οργανωθεί διαφορετικά στο μέλλον.

Δεύτερον, το πρότυπο της ζήτησης για μια σειρά υπηρεσιών, από τα αεροπορικά ταξίδια έως τη φιλοξενία και την ψυχαγωγία, θα αλλάξει με τρόπους που είναι αδύνατο να ποσοτικοποιηθούν σήμερα. Εκείνο που διαφαίνεται είναι ότι θα υπάρξει μια περίοδος δοκιμής και σφάλματος προτού καταλήξουμε σε ένα νέο πρότυπο δαπανών και αποτελεσμάτων.

Εκείνο που συνολικά μπορούμε να πούμε είναι ότι οι πολιτικοί εμφανίζονται αισιόδοξοι, στάση που δεν συμμερίζονται οι κεντρικοί τραπεζίτες. Καθώς η ανάκαμψη θα προχωρά, όσοι πιστεύουν ότι τα νομισματικά και φορολογικά κίνητρα μπορούν να αποκαταστήσουν μια υγιή παγκόσμια οικονομία το πιθανότερο είναι πως θα απογοητευθούν. Η συμβατική μακροοικονομική πολιτική δεν μπορεί να διορθώσει μια διαρθρωτική εσφαλμένη κατανομή των πόρων. Απαιτούνται ευρύτερες φιλόδοξες πολιτικές που ίσως στην πράξη αποδειχθεί περίπλοκο και δύσκολο να εφαρμοστούν.